Μετάφραση: Νίνα Ζωγράφου, Κ. Μεραναίου
Να είσαι πιστός στη πραγματικότητα και στον άνθρωπο, να αγαπάς κάθε τι που ζη και ποθεί την αλήθεια και την ελευθερία αυτό είναι το χρέος του ποιητή.
Συγγραφέας: Στέφαν Τσβάιχ | Εκδόσεις: | Ημ. Έκδοσης: 1955 | Σελίδες: 176 | Διαστάσεις: 15,1*22,0
Μετάφραση: Νίνα Ζωγράφου, Κ. Μεραναίου
Να είσαι πιστός στη πραγματικότητα και στον άνθρωπο, να αγαπάς κάθε τι που ζη και ποθεί την αλήθεια και την ελευθερία αυτό είναι το χρέος του ποιητή.
Violence Six sideways Reflections, Zizek Slavoj, Scripta 2010, Μετάφραση Νεκτάριος Καλαιτζής, σελ.289 (14*21)Μαλακό Εξώφυλλο, Άριστη κατάσταση
Αντλώντας τόσο από την υψηλή όσο και από τη λαϊκή κουλτούρα, από τον Καντ και τον Λακάν, από ανέκδοτα και από τον σύγχρονο κινηματογράφο, ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, ο επιφανής ακαδημαϊκός που αναδείχθηκε σε ίνδαλμα της σύγχρονης φιλοσοφίας, πραγματεύεται τη βία η οποία ενυπάρχει στην παγκοσμιοποίηση, τον καπιταλισμό, τον φονταμενταλισμό και τη γλώσσα, σε ένα έργο που θα επιβεβαιώσει τη φήμη του ως ενός από τους πιο καταρτισμένους και ρηξικέλευθους διανοητές της εποχής μας.
Οι ταραχές στα παρισινά προάστια το φθινόπωρο του 2005 αλλά και η εξέγερση της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 2008 έφεραν εκ νέου και με ανησυχαστικό τρόπο στη σκηνή του δημόσιου λόγου το ίχνος μιας καθαρής, ανιδεολογικής, κυριολεκτικά ανόητης βίας. Εξεγερσιακά συμβάντα που δεν διεκδικούσαν τίποτε άλλο παρά μόνο την “αξίωση για αναγνώριση” των υποκειμένων τους. Μια βία που δεν στρεφόταν τελικά ενάντια στη συστημική βαρβαρότητα, αλλά σ’ αυτή την ίδια τη θέση των υποκειμένων της. Μια αυτοκτονική διάσταση που ανέλυσε ο Lacan στο “στάδιο του καθρέφτη”, όταν η βία επιστρέφει στο καταγωγικό της υποκείμενο. Μια πράξη μη νοήματος, που εγγράφεται, σύμφωνα με τον Badiou, σ’ αυτή την ανοησία του Καπιταλισμού, στην α-κοσμία του κόσμου του, στο πένθιμο ίχνος της αφηρημένης του διασποράς.
Για τον Zizek το ίχνος της βίας εντοπίζεται στον “φόβο τού Πλησίον”, στην ετερότητα του αλλά και σ’ αυτή την ανησυχαστική του εγγύτητα. Είναι από τη μια η βία του υποκειμένου αλλά και αυτή η βία της ίδιας της γλώσσας, του εκφερόμενου νοήματός της, όπως επίσης και η συστημική βία, αυτή η βία της κανονικότητας του πραγματικού. Ενα τρισυπόστατο ίχνος που αντιστέκεται στην αφήγησή του, στην αποκαλυπτικότητα των σημείων του, σ’ αυτή την αντικειμενοποίηση της αλήθειας του. Ο παραληρηματικός χαρακτήρας του βίαιου φαινομένου είναι αυτός που συσκοτίζει και την αφήγησή του. Η ειλικρίνεια της αφήγησης μιας τραυματικής εμπειρίας είναι, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Zizek, αυτή “η ίδια η αντικειμενική της ανακρίβεια, η σύγχυσή της, η έλλειψη της συνοχής της”. Γι αυτό και ο τρόπος που ο Zizek επιλέγει να μιλήσει για τη βία είναι ο τρόπος της ποίησης, αυτή η αφηρημένη ματιά που δεν παραδίδεται στην επιτακτικότητα της εμπειρίας της, αλλά δεν ενδίδει στην απροσδιοριστία της. Μια γλώσσα που αίρει το αντικείμενο από το χωροχρονικό του πλαίσιο, χωρίς παρ’ όλα αυτά να το αφυδατώνει. Ακόμη και όταν αυτό το βίαιο ίχνος απαιτεί επιτακτικά από εμάς την εγρήγορσή μας, αυτό το επείγον είναι για τον Zizek μια ψευδεπίγραφη ευαισθησία, ένα επείγον που αφαιρεί από το υποκείμενο τον ορίζοντα της σκέψης του, την ήσυχη προοπτική του αναστοχασμού του. (ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΑΡΤΙΝΟΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-11-2011)
Μετάφραση Σεραφείμ Βελλέντζας, Scripta 2003, σελ. 135 (14*21) Μαλακό Εξώφυλλο, ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ, Άριστη Κατάσταση
Το βιβλίο δεν είναι διαθέσιμο
Στον ανά χείρας τόμο η Σούζαν Σόνταγκ εξετάζει σε βάθος την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην “επικαιρότητα”, την τέχνη και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σύγχρονη καταγραφή του πολέμου και της καταστροφής. Αποδίδουμε με μεγάλη ευκολία στις εικόνες τη δύναμη να προκαλούν τη διαμαρτυρία, να υποθάλπουν, αν όχι να γεννούν, τη βία ή να δημιουργούν απάθεια: αυτές τις θέσεις ακριβώς αναψηλαφίζει η συγγραφέας, ακολουθώντας την αρκετά μεγάλη ιστορία σχετικά με την αναπαράσταση του πόνου των άλλων – από τους Ολέθρους του πολέμου του Γκόγια και τις φωτογραφίες μαρτυρίες για τον αμερικάνικό Εμφύλιο πόλεμο, τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, το λιντσάρισμα των Μαύρων στον αμερικανικό Νότο, τον ισπανικό Εμφύλιο, τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ως τις σύγχρονες εικόνες που προέρχονται από η Βοσνία, τη Σιέρρα Λεόνε, τη Ρουάντα, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, ή από τη Νέα Υόρκη, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Στο τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Ρολάν Μπαρτ πριν από τον θάνατό του, το 1981, το La Chambre Claire, τονίζει εμφατικά τη σχέση εικόνας, χρόνου και θανάτου. Αναζητώντας την «καλύτερη» φωτογραφία που να απεικονίζει την «ουσία» τής μητέρας του, ο Μπαρτ εντοπίζει τη δομική αντίφαση ανάμεσα στη στιγμιαία φωτογράφιση ενός αντικειμένου ή προσώπου και στη διατήρησή του μέσω της φωτογραφίας στον χρόνο. H φωτογραφία μάχεται την αλλαγή και η υψίστη αλλαγή είναι ο θάνατος.
Εικονογραφία της οδύνης
Μπορεί ο Μπαρτ να διακρίνει τον θάνατο πίσω από κάθε φωτογραφία, αλλά η Σούζαν Σόνταγκ τον έχει μπροστά της, αφού αντικείμενο μελέτης της είναι η εικονογραφία της οδύνης, δηλαδή φωτογραφίες που απεικονίζουν τη βαρβαρότητα και ιδιαίτερα εκείνες που προέρχονται από τα πεδία των μαχών. Φωτογραφίες που εικονίζουν κατακρεουργημένα πτώματα ενηλίκων και παιδιών, φωτογραφίες που δείχνουν πως ο πόλεμος ισοπεδώνει, διαλύει, γκρεμίζει, καταστρέφει. Τέτοιες φωτογραφίες μάς σοκάρουν, μας στοιχειώνουν, μας πείθουν για την «πραγματική» ύπαρξη ορισμένων γεγονότων στα οποία δεν είμαστε αυτόπτες μάρτυρες. Εχουν όμως τη δύναμη να εμποδίσουν τον πόλεμο; Αυτή την ερώτηση, που πρώτη υπέβαλε η Βιρτζίνια Γουλφ δημοσιεύοντας στις Τρεις Γκινέες (1938) τις σκέψεις της για τις αιτίες του πολέμου, επαναλαμβάνει περίπου εβδομήντα χρόνια μετά η Σόνταγκ. Αφού πρώτα καταλήξει στη διαπίστωση πως ο πόλεμος είναι ανδρικό παιχνίδι, η Γουλφ δηλώνει κατηγορηματικά πως το σοκ των εικόνων μπορεί να ενώσει τους καλόπιστους εναντίον του πολέμου. Αντίθετα η Σόνταγκ, γνωστή για την αντιπολεμική της δράση (από την επίσκεψή της στο Ανόι το 1968, ως τη διαμονή της στο πολιορκημένο Σαράγεβο στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και τις πιο πρόσφατες δηλώσεις της εναντίον της αμερικανικής κυβερνητικής εκστρατείας κατά των ισλαμιστών), υιοθετεί μια πιο απαισιόδοξη στάση, ισχυριζόμενη πως ο πόλεμος δεν μπορεί να καταργηθεί. Αυτή της η πεποίθηση δεν την εμποδίζει να συνεχίσει να αγωνίζεται ώστε να σταματήσουν οι γενοκτονίες ή η κατάφωρη παραβίαση των διεθνών νόμων περί πολέμου. Ενα από τα ισχυρότερα μέσα ενεργοποίησης των πολιτών κατά της βίας είναι, σύμφωνα με τη Σόνταγκ, η ωμή απεικόνισή της. Με την αμεσότητα και την τρομακτική τους σαφήνεια, οι φωτογραφίες φωνάζουν, καταγγέλλουν τα πολεμικά εγκλήματα, προκαλούν αγανάκτηση, προτρέπουν σε δράση.
Ωστόσο μια τέτοια θέση ανατρέπει προηγούμενους ισχυρισμούς της συγγραφέως για τη μειωμένη σημασία της φωτογραφίας σε μια κοινωνία που καταναλώνει καθημερινά πλήθος εικόνες και έχει μετατρέψει ακόμη και τον πόλεμο σε θέαμα. Στο περίφημο βιβλίο της On Photography (1977) η Σόνταγκ ισχυριζόταν ότι η ικανότητά μας να αντιδρούμε με συγκινησιακή φρεσκάδα και ηθική μέριμνα υπονομεύεται από το αμείλικτο σφυροκόπημα της αναμετάδοσης χυδαίων και φρικτών εικόνων. Επιπλέον η φαινομενικά αναπόφευκτη εξοικείωση με εικόνες βίας συντελεί στη διάβρωση της πραγματικότητας και εξασθενεί το κύρος της. H ανασκευασμένη άποψη – που προβάλλεται στο Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων – αντικρούει τη μεταμοντέρνα αντίληψη που θεωρεί την πραγματικότητα ως ψευδαίσθηση, απομίμηση ή προσομοίωση (είναι γνωστή η διαμάχη τής Σόνταγκ με τον θεωρητικό της προσομοίωσης Ζαν Μποντριγιάρ). Στον παρόντα τόμο η αμερικανίδα συγγραφέας καταγγέλλει τη μικρή μορφωμένη κοινότητα, που ζει στην πλούσια πλευρά του κόσμου και έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις ειδήσεις αποστασιοποιημένη, προσάπτοντάς της «αποστομωτικό επαρχιωτισμό», ανευθυνότητα, ακόμη και διαστροφή. Επιπλέον δεν υπάρχει καμία ένδειξη πως η κουλτούρα της θέασης εξουδετερώνει την ηθική δύναμη των φωτογραφιών που εικονίζουν αγριότητες.
H παραβίαση της αξιοπρέπειας
Προκύπτουν όμως άλλα ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την αμεροληψία και τη δημοσιογραφική εντιμότητα του φωτογράφου/φωτορεπόρτερ, την καλλιτεχνική αξία και το ηθικό κύρος των σκηνοθετημένων φωτογραφιών ή την παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στη διάρκεια φωτογράφισης εξαθλιωμένων πληθυσμών ή νεκρών αμάχων και στρατιωτών. Για παράδειγμα, αν και η εικονογραφία της πολεμικής βίας έχει παλιές καταβολές (με διαπρεπέστερη στιγμή τη συμπύκνωση της φρίκης του πολέμου από τον Γκόγια στις 83 γκραβούρες του με τίτλο Οι καταστροφές του πολέμου), η πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φωτογραφικής τεκμηρίωσης μιας σύρραξης επιχειρήθηκε κατά τον αμερικανικό Εμφύλιο. Ωστόσο και αυτές οι «αντικειμενικές» φωτογραφίες, όπως και άλλες, μεταγενέστερες, από τον B Παγκόσμιο ως τους πρόσφατους πολέμους της Αμερικής κατά του Ιράκ και του Αφγανιστάν, αποδείχθηκαν «στημένες», «νοθευμένες» ή «λογοκριμένες», ενώ με την πάροδο του χρόνου καταλαμβάνουν τη θέση ιστορικής μαρτυρίας. «Στημένες», γιατί, όπως τονίζει η Σόνταγκ, «φωτογραφία σημαίνει σύνθεση» που συνάδει με την επιθυμία διευθέτησης και διάταξης των στοιχείων στην εικόνα. «Λογοκριμένες», γιατί συχνά γίνεται προσπάθεια επιλεκτικής πληροφόρησης του κοινού από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή από τις εκάστοτε κυβερνήσεις (όπως συνέβη με την περιορισμένη χορήγηση δικαιώματος δημοσιογραφικής πρόσβασης στη διάρκεια της βρετανικής εκστρατείας στα νησιά Φόκλαντ, το 1982). Το διεισδυτικό βλέμμα της Σόνταγκ αποκαλύπτει τη μεθόδευση της ενημέρωσης από τα MME, τα οποία συχνά επικαλούνται αισθητικά κριτήρια (το «καλό γούστο») ή τα δικαιώματα των συγγενών, επιχειρήματα που σαφώς δεν ισχύουν στην περίπτωση των ανυπεράσπιστων θυμάτων της μετα-αποικιοκρατικής Αφρικής, όπου έχουμε μετωπική θέαση των νεκρών και των ετοιμοθάνατων (π.χ., οι αλησμόνητες φωτογραφίες των παιδιών με τα τεράστια μάτια ή πιο πρόσφατα ολόκληρα χωριά αποδεκατισμένα από το AIDS).
Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το καλογραμμένο, ολιγοσέλιδο βιβλίο της Σόνταγκ είναι μια θαυμάσια πραγματεία γύρω από τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τις παγίδες ανάγνωσης της πολεμικής φωτογραφίας. Ωστόσο, διανθισμένο με πλήθος ιστορικές και δημοσιογραφικές πληροφορίες καθώς και αναλυτικές ερμηνείες συγκεκριμένου πολεμικού φωτογραφικού υλικού, το Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων δεν εμπεριέχει καμία από τις φωτογραφίες που σχολιάζονται, γεγονός που αποδεικνύει τη μερική ισχύ της αποφθεγματικής ρήσης «μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις». Ισως γιατί οι λέξεις της Σόνταγκ «μιλούν» εξίσου εύγλωττα με μια εικόνα.
Ντόρα Τσιμπούκη (καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών)
ΤΟ ΒΗΜΑ, 23-05-2004
Τίτλος πρωτότυπου Two lives Gertrude and Alice Αθήνα 2008 σελ.168 Εξαιρετική κατάσταση Εξαντλημένο από τον εκδ. οίκο ISBN 978-960-7909-88-6
«Πως δύο ηλικιωμένες εβραίες λεσβίες είχαν γλιτώσει από τους ναζί;» αναρωτιέται η Τζάνετ Μάλκολμ στην αρχή αυτού του εξαιρετικού έργου που συνδυάζει τη λογοτεχνική βιογραφία με την ερευνητική δημοσιογραφία. Αναφέρεται, φυσικά, στην Γερτρούδη Στάιν, μια από τις κυριότερες εκπροσώπους του μοντερνισμού, «που η γοητεία της ήταν τόσο έκδηλη όσο και το πάχος της», και στη «λεπτή, άσχημη, σφιγμένη, ξινισμένη» Άλις Μπ. Τόκλας, την «εργάτρια μέλισσα» που φρόντιζε τη Στάιν σε όλη τη διάρκεια του σαραντάχρονου «γάμου» τους, στο Παρίσι. Καθώς όμως προχωρεί την έρευνά της για την παραμυθένια ζωή του ζεύγους σ’ ένα χωριό της Γαλλίας του Βισί, η Μάλκολμ έρχεται αντιμέτωπη με κρίσιμα ερωτήματα για το ευρύτερο θέμα της βιογραφικής αλήθειας. «Η αστάθεια της ανθρώπινης γνώσης είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητές μας», γράφει. Το πορτρέτο του θρυλικού ζεύγους που αναδύεται απ’ αυτό το έργο είναι απρόσμενα ηλεκτρισμένο. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που έζησαν η Στάιν και η Τόκλας παραλληλίζονται με τον ιδιωτικό πόλεμο που μαινόταν ανάμεσά τους. Στον πόλεμο αυτό, όπως ανακάλυψε η Μάλκολμ, πολλές φορές οι μάχες ήταν αδυσώπητες.
Οι “Δυο ζωές” είναι επίσης ένα έργο λογοτεχνικής κριτικής. «Ακόμα και τα πιο ερμητικά γραπτά της [της Στάιν] είναι στο βάθος αυτοβιογραφικά έργα», γράφει η Μάλκομ. «Το κλειδί του “Εγώ” δεν θα ξεκλειδώσει την πόρτα που θα οδηγήσει στο νόημά τους -για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται λοστός- καμιά φορά όμως θα σου επιτρέψει να περάσεις σε κάτι σαν προθάλαμο υπαινιγμών». Είτε όταν αναλύει τη βατή “Αυτοβιογραφία της Άλις Μπ. Τόκλας”, στην οποία η Στάιν «έλυσε τα προβλήματα που παρουσιάζει μια αυτοβιογραφία» είτε όταν παλεύει με τη “Δημιουργία των Αμερικανών”, ένα αριστούργημα «μεγαλειώδους ακαταστασίας», η Μάλκομ είναι εκπληκτικά διορατική.
Tίτλος Πρωτότυπου The Common Good Scripta 2000 σελ. 218 14*21 Εξαιρετική κατάσταση
ΙSBN 960-7909-20-8 Διαθέσιμο Εξαντλημένο από τον εκδ. οίκο
Επτά μεγάλης διάρκειας συνεντεύξεις του Νόαμ Τσόμσκι με τον Ντέιβιντ Μπαρσαμιάν. Ενότητες των συζητήσεων είναι “Το κοινό καλό” (με θέματα όπως: “Εκείνος ο επικίνδυνος ριζοσπάστης ο Αριστοτέλης”), “Ο γύρος του κόσμου” (“από το Μεξικό και τη Γουατεμάλα ως το Ανατολικό Τιμόρ και ο μύθος του χρέους του τρίτου κόσμου”), “Η αριστερά στις ΗΠΑ” (με θέματα όπως “Έχουν νόημα οι όροι Αριστερά και Δεξιά και τι μπορείς εσύ να κάνεις”).
Ταο Τε Κινγκ Λαο Τσε ( Κέδρος 1978)
1 × €25.00
Δυο Ζωές Γερτρούδη και Άλις
1 × €14.00 Υποσύνολο: €39.00


Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.